σιάξιμο

και σάξιμο και σιάσιμο, το, Ν [σιάζω / σιάχνω]
1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σιάζω, η τοποθέτηση ενός πράγματος σε ευθεία γραμμή, ευθειασμός
2. συνεκδ. α) η τοποθέτηση ενός πράγματος στη σωστή του θέση, τακτοποίηση, διευθέτηση
β) η επαναφορά ενός πράγματος στην αρχική, καλή του κατάσταση, διόρθωση, επισκευή
3. μτφ. δημιουργία ή και αποκατάσταση σχέσεων.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιάξιμο — σιάξιμο, το και σιάσιμο, το, ατος τακτοποίηση, εξομάλυνση, επιδιόρθωση: Το σπίτι θέλει σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιάξιμο — [сьаксимо] ουσ. о. приведение в порядок, устраивание, улаживание …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ίσασις — ἴσασις, ἡ (Μ) [ισάζω] επανόρθωση, σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σάξιμο — το, Ν βλ. σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιάση — η, Ν [σιάζω] το σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιάσμα — και σάσμα, το, Ν [σιάζω / σάζω] το σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιασμός — και σασμός, ο, Ν [σιάζω / σάζω] 1. το σιάξιμο 2. παροιμ. «σιασμός αγιασμός» δηλώνει ότι η συνδιαλλαγή, ο διάλογος είναι σε κάθε περίπτωση ευλογία Θεού …   Dictionary of Greek

  • επισκευή — η η επιδιόρθωση χαλασμένου πράγματος, το επιδιόρθωμα, το σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάξιμο — το βλ. σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάσμα — σάσμα, το και σιάσμα, το βλ. σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.